Στον Αγιάννη τον Πρόδρομο

 Θέλησα να αρχίσω το σημείωμα τούτο με τα αποτελέσματα της σκέψης. Αυτής που έχει μέσα της το «Εγώ», που διαιρεί σε κατηγορίες, που διαμορφώνει συνειδήσεις, που εγκλωβίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και δεν την αφήνει να ελευθερωθεί. Αλλά, όχι, δεν θα της κάνω την χάρη, δεν της αξίζει η προσοχή μας. Και θα μιλήσω για το παρόν.

Οι Ψαραίοι, με τις οικογένειες τους και τους φίλους του, γιόμισαν το χωριό με την παρουσία τους. Τα παιδιά σαν πλημμύρα, ξεχύθηκαν στους δρόμους, έκαναν ποδήλατο, κουβέντιαζαν, γελούσαν, έπαιζαν, ζούσαν την ηλικία τους. Οι μεγαλύτεροι, γέμισαν τις αυλές και τα μπαλκόνια, κι αφέθηκαν ήρεμα στην καθαρότητα του φρέσκου αέρα, αγνάντευαν το καθαρό πουρνάρι που γέμισε τα πλάγια κι έκρυψε τις ξερολιθιές, χόρτασαν φως από τον φωτοδότη ήλιο με τις ακτίνες του να γλυκαίνουν τον χώρο, ξεκουράστηκαν από την καθημερινότητα και τις έννοιες της.

Το αντάμωμα άρχισε να δείχνει την δύναμή του με το πέρας του εσπερινού. Την ώρα του δειλινού, ο κόσμος άφησε τις αυλές του και γέμισε τους δρόμους που οδηγούσαν στον βιγλάτορα του χωριού μας, στον λιτό και αυστηρό, στον θερμολόγο Αγιάννη μας. Τον βρήκαν στολισμένο, για να τον τιμήσουν που 150 κοντά χρόνια καλωσορίζει τον διαβάτη, τον ξένο, τον ίδιο τον Ψαραίο. 

Κεντρικό σημείο αναφοράς ο Αγιάννη μας, από τότε, που το Παλιό χωριό έδωσε τη θέση του στο καινούριο. Μας ξέρει όλους καλά, έναν – έναν, πότε μας χαμογελά, πότε μας κοιτάζει με την αυστηρή ματιά του, μα πάντα μας καλοδέχεται και ανέχεται τις αλλοκοτιές μας, Παράξενος άγιος, μα το αποστεωμένο σώμα του από την νηστεία, μας αποπνέει σεβασμό. Και δεν χρειάζεται να είσαι καλός χριστιανός και να πέφτεις με τα γόνατα μπροστά του, δεν σου ζητά τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από την παρουσία σου και μόνο. Αυτήν θέλει, κι ο Ψαραίος όπου γης, από τις άκρες του κόσμου κι όπου αλλού, θα κατεβεί στα σκαλοπάτια που οδηγούν στο σπίτι του, στον ναό του.

Ανήμερα στην γιορτή του, η αύρα του διαχέεται στον χώρο, κι ο κόσμος κοινωνεί στο μυστήριο της ζωής, που μονάχα Αυτός με τον δικό του τρόπο ξέρει να χαρίζει. Την μέρα αυτή, μοσχοβολά γαλήνη, ενότητα, περισυλλογή. Τα λόγια τα ανθρώπινα που ακούγονται ίσως δεν έχουν νόημα, γιατί η εσωτερική φωνή αναδύεται εκκωφαντική μέσα από τη σιωπή της. Και η σιωπή, είναι αυτή που δίνει χαρά στον Διγενή Ακρίτα του χωριού μας. Ούτε τα λόγια του παπά, ούτε τα κεριά και τα λιβάνια δεν έχουν την δύναμη και δεν μπορούν να αποδώσουν τις ιερές στιγμές της γιορτής του. Η κοφτερή ματιά του είναι Λόγος και Αίμα, είναι φωτιά που καίει συθέμελα, είναι φως που αρματώνει την ζωή και της δίνει συνέχεια και προοπτική.

Στον Αγιάννη, μέρες λαμπρές και νύχτες δροσερές, η ανθρώπινη παρουσία σιώπησε, γέλασε, χόρεψε, τραγούδησε, σε μια μυσταγωγία που έρχεται από τους παλιούς καιρούς,  σε έναν κύκλο άφθαρτο, αναλλοίωτο από τον ψυχολογικό χρόνο

Η συνέχεια με πλήρες φωτορεπορτάζ σε αρχείο pdf.

 

 

 

 

Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος