Δίπλα στο κύμα του κορινθιακού κόλπου …

Δίπλα στο κύμα του κορινθιακού κόλπου …

 

Ο Φάρος, βρίσκεται στην Κόρινθο, ή μάλλον, λίγο έξω από αυτήν, στο Λέχαιο, και είναι νοητά τουλάχιστον, πάνω περίπου στο αρχαίο λιμάνι. Ο Φάρος είναι ταβέρνα, αν δεν την ξέρεις, κάπως δύσκολα την βρίσκεις και την προσπερνάς. Εφάπτεται επί του μικρού ασφάλτινου δρόμου όπου και η είσοδός της, σαν εισέρχεσαι όμως στην αυλή της, όλα αλλάζουν, φωτίζονται! Η αυλή της ακουμπά το χαλίκι της παραλίας, και μπροστά σου απλώνεται ο κορινθιακός κόλπος, ξαφνικά, είτε το θέλεις είτε όχι, αλλάζεις, η αύρα της θάλασσας ενώνεται με αυτήν των αρχαίων και περασμένων καιρών και, νιώθεις το σώμα σου να πάλλεται από τα χάδια της ευλογημένης ζωής. Ψυχή και σώμα, νιώθουν την αλλαγή απότομα, δίχως προσπάθεια, ανακαλύπτουν ότι, η ομορφιά είναι απλωμένη παντού και δεν απαιτείται καμία απολύτως προσπάθεια για να εισέλθεις εντός της και να την νιώσεις. Ομορφιά σημαίνει απλότητα, και το ταβερνάκι αυτό, ο Φάρος, χωρίς ιδιαίτερα φτιασίδια, την χαρίζει ασυνείδητα -όχι σε όλους-, μα σε όσους είναι έτοιμοι να δεχτούν την απλότητα. Οι περισσότεροι πελάτες ίσως να φωνασκούν, να φλυαρούν, μερικοί ενδεχομένως να κοιτάζουν και τους κυματισμούς της αλμύρας, όμως ως εκεί, δεν πάνε παραπέρα, όχι διότι δεν μπορούν, όχι βέβαια, μα διότι απλούστατα δεν έχουν λόγους. Σε όλους αυτούς, η αύρα δεν εμφανίζεται, είναι αόρατη, δεν σπαταλά την ενέργειά της.

        Εικοσιπέντε με τριάντα αιώνες πίσω, στο σημείο της ταβέρνας βρισκόταν ο κύριος ντόκος του αρχαίου λιμανιού. Τα καράβια έδεναν εδώ, και οι δούλοι άρχιζαν να φορτώνουν και να ξεφορτώνουν τα αγαθά του εμπορίου, κρασί, λάδι, στάρι, μέλι, δέρματα, υφάσματα, μαλλί – οι ψαράδες ξεψάριζαν τα δίκτυα τους και πουλούσαν τα φρέσκα ψάρια τους από τον κόλπο, οι έμποροι με τους γραμματικούς τους καθόριζαν τις τιμές, άλλοι έμποροι αράδιαζαν δούλους στη σειρά που έφερναν από πολέμους, και διαλαλούσαν τα χαρίσματα τους, μικρά μαγαζάκια, πρόσφεραν στους πελάτες τους φαγητό και κρασί, υπήρχαν επίσης μερικά μικρά πανδοχεία που κοίμιζαν τους ξένους, άλογα έσερναν κάρα γεμάτα εμπορεύματα, μερικοί μόνιπποι τραβούσαν τα πλούσια αφεντικά τους, και η πολύβουη ζωή δεν σταματούσε ποτέ. Στην άκρη του λιμανιού προς την ανατολική πλευρά του, υπήρχαν δυό-τρείς φτηνοί οίκοι ανοχής για τις άμεσες ανάγκες των ναυτικών και των ταξιδιωτών. Οι καλοί οίκοι ανοχής, βρισκόντουσαν προς τον Δίολκο, και στις δυό άκρες του. Σε αυτόν, είχαν χτίσει οι ακριβές εταίρες τα σπίτια τους και δεχόντουσαν όχι μόνο τους εργάτες που έσερναν τα καράβια μα και τους πλούσιους πελάτες τους. Είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη η πόλη της Κορίνθου από το εμπόριο της, μεγαλύτερη φήμη όμως είχε από τις πανάκριβες εταίρες της. Πόσα καράβια από την λεκάνη της Μεσογείου δεν έφταναν εδώ και πόσοι πλούσιοι δεν προσκυνούσαν τις ιέρειες του έρωτα. Εκείνος που δεν πλήρωνε ποτέ τις εταίρες ήταν ο Διογένης, ο εκ Σινώπης καταγόμενος. Γνωστή ήταν η φτώχια του σκυλοφιλοσόφου, δεν τον παρεξηγούσε κανείς γι’ αυτό, όμως οι γυναίκες, πλούσιες ή φτωχές, εταίρες ή κυρίες επί των τιμών, από την αρχαία εποχή και μέχρι στον καιρό μας, έλιωναν και λιώνουν για το παραμύθι, και ο Διογένης, το παραμύθι το είχε σπουδάσει τόσο, που αν τότε υπήρχε πανεπιστήμιο, σίγουρα θα είχε πάρει διδακτορικό με άριστα σε αυτό. Έκοβε από μακριά ο φιλόσοφος την ψυχολογία της κάθε γυναίκας -που να τον περιπαίξει πήγαινε αρχικά- μα σαν την έπιανε στο μπίρι-μπίρι, σε αυτό που ήθελε να ακούσει η κάθε μιά ξεχωριστά, εύκολα την έβαζε μέσα στο πυθάρι του και τρανταζόταν ο κορινθιακός κόλπος από τα κόλπα τα κυνικά. Στον Δίολκο, το μουνί σέρνει καράβι, έλεγαν οι επιστάτες, αλλά ο Διογένης έσερνε όπως και όποτε ήθελε το μουνί. Οι πλούσιοι βέβαια, το μουνί το έσερναν με τα δώρα που χάριζαν στις εταίρες, με το χρυσό και το ασήμι που τις φίλευαν. Τις γυναίκες τους -παντρεμένοι ήσαν οι περισσότεροι και ηθικοί από κάθε άποψη- τις είχαν για άλλες δουλειές, ναι μεν τις είχαν στεφανωμένες, αλλά κύρια, υπηρέτριες τις ήθελαν, δούλες, πόρνες στο κρεβάτι. Μαράζωνε η σάρκα αυτής της συζύγου από τις κακουχίες, και έτσι, ο άντρας αφέντης αναζητούσε φρέσκο κρέας αλλού. Και οι γυναίκες φυσικά βαριόντουσαν τους άνδρες τους, αλλά τότε, στην αθώα εποχή, η γυναίκα ήταν σχεδόν αόρατη, ανύπαρκτη. Μα και αργότερα που ανακαλύφθηκε η Δημοκρατία και συγκινήθηκε ο κόσμος από χαρά, η γυναίκα και πάλι δεν υπήρχε σε αυτήν, δεν είχε λόγο σε τίποτε που την αφορούσε, γι’ αυτήν αποφάσιζαν άλλοι, αυτοί που φλυαρούσαν συνεχώς στις αγορές και στις Πνύκες των πόλεων. Τον θαυμάζουμε τον αρχαίο κόσμο, τον έχουμε στην καρδιά μας, με τόσες ιδέες που γέννησε για τον άνθρωπο!

        Πάνω από το Λέχαιο, στην πλαγιά του υψώματος και κάτω από το κάστρο της, απλωνόταν η πόλη της Κορίνθου. Δέκα περίπου στάδια χώριζαν το λιμάνι από το κέντρο της πόλης, μα τους διαφορετικούς κόσμους τους ένωνε ένας περιποιημένος πλακόστρωτος δρόμος, τόσο στέρεος μάλιστα, που ακόμα και σήμερα είναι εύκολα διακριτός από εκείνους που παρατηρούν. Σήμερα, έξω από την αρχαία πόλη, είναι κτισμένο ένα χωριό, ή μάλλον ένας οικισμός και σε αυτόν αναγκαστικά φτάνεις αν επιθυμείς να επισκεφτείς την αρχαία πόλη και να δείς τα περασμένα μεγαλεία της. Περιποιημένα ταβερνάκια, λίγα καφενεία, λιγότερα ίσως τουριστικά μαγαζιά με καρτ-ποστάλ και λοιπά απαραίτητα για τον τουρίστα μα εντελώς άχρηστα πράγματα, ταξιτζήδες, αυτά και μερικά ακόμα, συνθέτουν την καθημερινότητα γύρωθεν της αποσυρθείσης αρχαίας ομορφιάς. Πίσω από ένα ταβερνάκι, στον προαύλιο του χώρο, υπάρχουν οι τουαλέτες, και δίπλα από αυτές μιά πέτρινη σκάλα, μικρή στο ύψος, δίχως κάγκελα, που σε οδηγεί σε μια πολύ μικρή ταράτσα. Εκεί στην ταράτσα, δυό-τρία τραπέζια φιλοξενούν λάτρεις του αρχαίου κάλλους μιάς και από εκεί, έχεις σφαιρική σχεδόν εικόνα της λαμπερής πόλης. Στην ταράτσα τούτη, βρισκόμαστε πολλές φορές, μας σερβίρει ο ταβερνιάρης καφέδες με κρασοπότηρα, μας προσφέρει και γλυκό του κουταλιού, τρώμε το γλυκό μας, πίνουμε τον καφέ μας, ανάβουμε τα τσιγάρα μας και αρχίζουμε ν’ αμπελοφιλοσοφούμε έχοντας στα πόδια μας την πλούσια και αμαρτωλή πόλη. Αυτή η συνήθεια -που μας αρέσει ιδιαίτερα- γίνεται συνήθως τις πρωινές ώρες, διότι αργότερα, σαν μεσημεριάσει, αφήνουμε την ταράτσα και κατεβαίνουμε στο ταβερνάκι του αρχαίου λιμανιού, στον Φάρο.

        Στο ταβερνάκι πλάι στο κύμα, ξεκινάμε από το μεσημέρι να αργοτρώμε και να κουτσοπίνουμε, βλέπουμε δίπλα μας την θάλασσα, πότε ήσυχη και πότε θυμωμένη, βγάζουμε μερικούς αναστεναγμούς και δειλά-δειλά αρχίζουμε να αναπτύσσουμε τις βαριές κουβέντες μας. Το σύνθημα για την έναρξη των ερμηνειών και των αναλύσεων που θα προκύψουν από την ανάπτυξη της κουβέντας, το δίνει πάντοτε ο Γκουρού της παρέας, λέγοντας με την σοβαρότητα που τον διακρίνει: πες το θέμα. Η ομήγυρη, άντρες και γυναίκες, αλληλοκοιτάζονται, μα το θέμα το ξεκινά πάντοτε η Έλεν[1], μιάς και αυτή είναι συνήθως περισσότερο οργισμένη από τους υπόλοιπους. Τούτες οι μαζώξεις στο ταβερνάκι, είναι πολύ συχνές και έχουν μάκρος, βλέπεις, οι βαριές κουβέντες, εύκολα ίσως αρχίζουν, μα ποτέ δεν ξέρεις πώς και πότε τελειώνουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος

 

 



[1] Όλα τα ονόματα που εμφανίζονται είναι εντελώς τυχαία και δεν έχουν σχέση με πραγματικά ονόματα.

Αναζήτηση

Online Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 169 επισκέπτες και κανένα μέλος

Το Ψάρι στο Facebook