Στα κοιμητήρια ποιός κάνει κουμάντο;

Την χθεσινή Κυριακή δεν κολυμπήσαμε, οι δυνατοί αέρηδες δεν μας το επέτρεψαν, όμως το καφεδάκι μας δεν το στερηθήκαμε και το γευθήκαμε σε μικρή πλατεία της γειτονιάς μας που η δροσιά της είναι απολαυστική. Στην συνήθη παρέα μας, προστέθηκε όλως τυχαίως και παλιός παιδικός φίλος που δεν ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Αθήνα μα στην Μακεδονία, τον τόπο καταγωγής του. Μη με ρωτήσετε μονάχα σε ποια Μακεδονία, στη Νότια; Στη Δυτική; Στην Ανατολική; Στη Βόρεια; Με τη γεωγραφία εξάλλου ποτέ δεν τα πήγαινα καλά, ήμουν κακός μαθητής.

        Πάνω στις βαριές κουβέντες της καλής παρέας, για να ευθυμήσουμε; Για να εκνευριστούμε; Δεν το κατάλαβα τελικά, όμως οι κουβέντες του παλιού φίλου έφτασαν στο χωριό του και ξεκίνησε να μας ιστορεί ευτράπελα συμβάντα με τον παπά του χωριού τους. Ας κάνω μία μικρή παρένθεση εδώ κι ας πω, ότι, υπάρχουν παπάδες και παπάδες, όπως συμβαίνει σε όλα σχεδόν τα επαγγέλματα. Βέβαια, ίσως πείτε, ο παπάς δεν είναι επάγγελμα, μπορεί να έχετε και δίκιο, δεν ξέρω, όμως ακόμα κι έτσι να είναι, ξεχωρίζουν κι αυτοί στους άξιους και στους μη άξιους. Προσωπικά, έχω γνωρίσει παπάδες, ιερωμένους γενικότερα που φροντίζουν με αγάπη τους ενορίτες τους, νοιάζονται γι’ αυτούς και τις οικογένειές τους, σε άπορα παιδιά φροντίζουν να μην τους λείψουν υπολογιστές, αθλητικές περιβολές – σιτίζουν απόρους με τρόπο που τους κάνουν και νιώθουν αξιοπρεπείς, και πέραν πολλών δράσεων τους, είναι χαμηλών τόνων και επιδιώκουν να περνούν απαρατήρητοι. Αυτοί οι γνωστοί-άγνωστοι ιερωμένοι έχουν τον σεβασμό μας. Το ίδια θα ισχύει φαντάζομαι και στα άλλα θρησκευτικά δόγματα ή και στις διαφορετικές θρησκείες. Ας κλείσω λοιπόν εδώ την παρένθεση και ας συνεχίσω με τον λόγο του παιδικού φίλου:

        Για να καταλάβετε τι σας λέω, άρχισε ο καλός φίλος, έγινε κάποια κηδεία στο χωριό μας και η οικογένεια του εκλιπόντος φρόντισε και βρήκε εργάτες για να σκάψουν στο κοιμητήριο τον τάφο του αγαπημένου τους. Όταν τελείωσε η εξόδιος ακολουθία και κατέβαζαν το φέρετρο οι εργάτες στον τάφο, αυτό κάπου έβρισκε, σκάλωνε και δεν καθόταν καλά. Προφανώς, είχαν αφήσει ένα ελάχιστο σημείο, μία γωνιά μάλλον, σκαμμένη πλημμελώς. Ο παπάς τους αίφνης, εκνευρίστηκε δίχως ουσιαστικό λόγο και ζήτησε να βγάλουν τον νεκρό από το φέρετρο και να τον θάψουν δίχως αυτό. Προς στιγμή, αναστατώθηκαν οι συγγενείς του εκλιπόντος αλλά ο παπάς ήταν ανένδοτος. Πάνω στην ένταση των λόγων, ρωτά ένας συγγενής τον παπά: καλά, ας πούμε ότι τον θάβουμε δίχως το φέρετρο, αυτό τι θα γίνει; Τι θα το κάνουμε; Μάλλον περίμενε τέτοια ερώτηση ο παπάς κι ατάραχος τους λέει: το φέρετρο θα το πάρω εγώ, κάπου αλλού θα το χρησιμοποιήσω! Τελικά, το φέρετρο μπήκε στη θέση του αλλά ο παπάς απαίτησε 350 ευρώ για τον κόπο του. Πάλι κουβέντες και διαφωνίες και τελικά συμβιβάστηκε και έλαβε 250 ευρώ.

        Γελάσαμε με το μακάβριο συμβάν, ο φίλος όμως είχε κέφια και συνέχισε: μία άλλη φορά που λέτε, ο παπάς μας κλήθηκε να κάνει ένα τρισάγιο σ’ ‘ένα τάφο, ένας συμπατριώτης μας μαζί με την ολιγομελή οικογένειά του, έφερε τα οστά της γυναίκας του και δεν ήθελε να τα βάλει στο οστεοφυλάκιο αλλά στον οικογενειακό του τάφο. Ο τάφος όμως για να δεχτεί τα οστά, έπρεπε να γίνει σ’ αυτόν ένα μικρό μερεμέτι μιάς το πολύ ώρας. Μάλιστα ο σύζυγος θα έβρισκε για το σκοπό αυτό έναν μάστορα, θα του έδινε 30-40 ευρώ και τα οστά της συζύγου του θα έβρισκαν τη θέση τους στον οικογενειακό τάφο. Όμως, ο παπάς αγρίεψε, απαίτησε 500 ευρώ για τη δουλειά αυτή που θα έκανε μόνος του μιάς και δεν επέτρεπε σε άλλους να σκάβουν τάφους ή να κάνουν μερεμέτια. Κουβέντα στη κουβέντα, ο εκκλησιαστικός επίτροπος που παρακολουθούσε από κοντά τα συμβάντα, έδωσε τη χρυσή λύση, πρότεινε τα 500 ευρώ να γίνουν 150 ευρώ. Ο σύζυγος είχε τον πόνο του, δεν ήθελε να προχωρήσει παραπέρα το θέμα, έδωσε στους κλέφτες 150 ευρώ κι έφυγε ήσυχα.  

        Σαν τελείωσε ο φίλος μας τις ιστορίες του, καθίσαμε για λίγο σιωπηλοί, μάλιστα ένας από εμάς είπε: δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Γιατί; Απάντησα εγώ, υπάρχει στο σύμπαν, στον Κόσμο, ο νόμος του δεν γίνεται; Αφού ξέρουμε, όλα μπορεί να συμβούν, όλα είναι δυνατά, το είπε και κάποιος αρχαίος αυτό αλλά δεν θυμάμαι ποιος, και στα αρχαία δεν ήμουν καλός μαθητής!

        Σαν άρχισαν πάλι οι κουβέντες, εγώ έμεινα σιωπηλός, έτρεξε η σκέψη μου στο δικό μου χωριό, εμείς, ευτυχώς δηλαδή, δεν έχουμε ζήσει στο χωριό μας τέτοια ακραία επεισόδια, είμαστε τυχεροί διότι έχουμε και καλό παπά και καλό εκκλησιαστικό επίτροπο.

 

 

 

 

Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος

Αναζήτηση

Online Επισκέπτες

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 13 επισκέπτες και κανένα μέλος

Το Ψάρι στο Facebook