Βιβλιοκρισία – Χάνια & Οδικοί Άξονες τα Αρκαδίας

Βιβλιοκρισία – Χάνια & Οδικοί Άξονες τα Αρκαδίας

 

Βασίλη Κ. Αναστασόπουλου, Χάνια και οδικοί άξονες της Αρκαδίας, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2023, σσ. 127.

 

Του Ηλία Γιαννικόπουλου (+)[1]

            Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για δύο πρωτότυπα ιστορικο-λαογραφικά θέματα, τους οδικούς άξονες της Αρκαδίας και τα κατά τόπους χάνια, που συνήθως βρίσκονταν πάνω σε αυτούς τους οδικούς άξονες και προσέφεραν τις ποικίλες υπηρεσίες τους στους παλαιούς αγωγιάτες, ταξιδιώτες, εμπόρους και τους άλλους μετακινούμενους από το ένα μέρος στο άλλο. Το θέμα των οδικών αξόνων έχουν μελετήσει εξαντλητικά ο αείμνηστος καθηγητής Γιάννης Πίκουλας, κυρίως για την αρχαιότητα, και ο καθηγητής Δημήτρης Ανωγιάτης-Πελέ για τον 18ο αί., ενώ για το θέμα των παρόδιων σταθμών στον Μοριά κατά την οθωμανική περίοδο πολλά και καλά έχει γράψει ο ιστορικός Νίκος Φ. Τόμπρος σε ειδική μελέτη του. Ο σ. είχε κάνει παλαιότερα (2005) πρόδρομη σχετική εισήγηση σε πρωτοπόρο και γόνιμο Παναρκαδικό Διαδικτυακό Συνέδριο που ο ίδιος είχε οργανώσει. Το παρόν βιβλίο αποτελεί ανάπτυξη και βελτίωση εκείνης της εισηγήσεως.

            Οι οδικοί άξονες της Αρκαδίας εξετάζονται στις σσ. 13-38, με ειδικές αναφορές στην αρχαία Κλίμακα που ένωνε την Αργολίδα με την Αρκαδία από το Αρτεμίσιο όρος, στον τρόπο περιηγήσεως του Παυσανία, την 5η μυκηναϊκή οδό, που ένωνε την αρχαία Γόρτυνα με την αρχαία Ηραία, στον Ολύμπιο Δρόμο, και σε πολλούς άλλους οδικούς άξονες της Αρκαδίας, ειδικά αυτούς που συνέδεαν την πρωτεύουσα Τριπολιτσά με τις γύρω περιοχές, από τους οποίους σώζονται ακόμη μερικά ίχνη και αρματροχιές. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτει η μελέτη των αρκαδικών, και όχι μόνο, χανιών, που καταλαμβάνει τις σσ. 39-115. Στο τμήμα αυτό εντοπίζονται και παρουσιάζονται γύρω στα πενήντα χάνια με όλες τις υπάρχουσες γραπτές και προφορικές πληροφορίες γι’ αυτά. Τόσο οι οδικοί άξονες όσο και οι παρόδιοι σταθμοί έμειναν σχεδόν αμετάβλητοι επί πολλούς αιώνες, από την μυκηναϊκή εποχή μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι τη δεκαετία του 1960, οπότε άλλαξαν άρδην τα πάντα, το αυτοκίνητο μπήκε στη ζωή του ανθρώπου, οι παλαιοί δρόμοι χάθηκαν και τα χάνια εξεμέτρησαν το ζήν, εγκαταλείφθηκαν και κατάντησαν σωροί ερειπίων, αν δεν μεταλλάχθηκαν σε ταβερνεία ή καφενεία για τους σημερινούς εποχούμενους ταξιδιώτες.

            Είναι πολύ δύσκολο να γίνη σήμερα ακριβής καταγραφή των χανιών, έστω και σ’ ένα μόνο πελοποννησιακό νομό, αλλά και να αναπαρασταθή ο καθημερινός τρόπος λειτουργίας τους, λόγω παντελούς ελλείψεως πηγών για το ερευνητικό αντικείμενο. Είναι επίσης δύσκολο να καταγραφούν με ακρίβεια οι παλαιοί δρόμοι και τα μονοπάτια που σήμερα έχουν αντικατασταθή από τους παντός είδους αυτοκινητόδρομους (εθνικούς, τοπικούς, αγροτικούς). Επομένως είναι άξιος επαίνου ο σ. του βιβλίου αυτού, που έκανε αυτή τη μελέτη, στην ουσία χωρίς υπαρκτό πρωτογενές υλικό. Δικαιολογημένη λοιπόν είναι η καταφυγή του σε κάθε διαθέσιμη πηγή πληροφοριών, όπως σε αρχαίους συγγραφείς, σε ξένους ταξιδιώτες στην Ελλάδα παλαιότερων εποχών (κυρίως τον Πουκεβίλ και άλλους αναφερόμενους από τον Κυριάκο Σιμόπουλο), σε ηθογραφικά βιβλία (του Γεωργίου Τσάκαλου και του Δημ. Κυριακόπουλου), σε συγγράμματα αρχαιολόγων και ιστορικών, όπως ο «Ernst Meyer» και ο «Levent Kayapinar», σε δημοσιεύματα εφημερίδων και διαδικτυακών τόπων, σε προσωπικές μαρτυρίες και βιωματικές αφηγήσεις και σε όλα τα σχετικά. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα, που εμπλουτίζεται με πλήθος σχετικών και λιγότερο σχετικών παρεκβάσεων και φωτίζει, έστω αμυδρά, δύο ορισμένες πτυχές της ελληνικής ζωής, που οι σημερινοί νέοι πλήρως αγνοούν, αφού διαβιούν σε τελείως διαφορετικές οικονομικο-κοινωνικές συνθήκες κυρίως σε αστικά κέντρα. Η εξέλιξη των πραγμάτων από την εποχή της βιομηχανικής επαναστάσεως και η εντεύθεν πρόοδος της τεχνολογίας άλλαξαν ριζικά τον τρόπο ζωής των ανθρώπων, τις συγκοινωνίες και τη μεταξύ τους επικοινωνία, ακόμη και τα ήθη και τις ιδέες τους.

            Το βιβλίο αυτό καλύπτει ένα αδικαιολόγητο κενό σχετικά με το παρελθόν της αρκαδικής ζωής. Όμως, είναι εμφανής η έλλειψη κάποιου χάρτη ή σχεδιαγράμματος με τους κύριους οδικούς άξονες και τα μνημονευόμενα χάνια για τη διευκόλυνση του αναγνώστη. Συνάμα, το βιβλίο αυτό υποδηλώνει την ανάγκη για συστηματικότερη επιτόπια και αρχειακή έρευνα για τον εντοπισμό όλων των αρκαδικών οδικών αξόνων και των κατά καιρούς και τόπους χανιών. Επιθυμητό και αναγκαίο είναι σε μία δεύτερη βελτιωμένη και επαυξημένη έκδοση του βιβλίου να απαλειφθούν οι επαναλήψεις κειμένων (βλ. σσ. 25-26, όπου επαναλαμβάνεται αυτούσια μακρά παράγραφος των σσ. 19-20 και των σσ. 34-35, όπου επαναλαμβάνεται αυτούσια μακρά παράγραφος της σ. 21), και να διορθωθούν αβλεψίες και λάθη ή ακραίες γλωσσικές επιλογές, όπως «τα Τεμένη» (σ. 14. δίς), «στις εναπομείναντες καλαμιές» (σ. 112), «έκδωσε» )σσ. 126-127, πολλάκις) και διάφορα άλλα.

 

 

Ηλίας Γιαννικόπουλος (+)

Η παρούσα βιβλιοκρισία, δημοσιεύεται στον ογκώδη τόμο ΛΓ’ των Πελοποννησιακών, 2025, 1308 σελίδων.  

=======

Αν ζούσε σήμερα ο αείμνηστος και αγαπητός πρόεδρος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, θα τον ευχαριστούσα για την κριτική του, για δύο κυρίως λόγους. Για τα καλά του λόγια αφενός και αφετέρου -το σημαντικότερο για μένα-, που εντοπίζει και καταθέτει τα λάθη και τις αστοχίες μου. Ειρήσθω έν παρόδω, το βιβλίο για τα Χάνια, το έχω εμπλουτίσει με δέκα ακόμα χάνια, έχω διορθώσει τις αστοχίες μου, και ετοιμάζω έναν χάρτη στον οποίο θα αποτυπώνονται με ακρίβεια αυτά. Για τους οδικούς άξονες θα απαιτηθεί δεύτερος χάρτης. Πιθανολογώ ότι σε μία διετία θα είμαι σε θέση να προχωρήσω σε δεύτερη έκδοση του βιβλίου.

 

 

 

 

Βασίλης Κ. Αναστασόπουλος



[1] Απεβίωσε το 2025. Μέχρι τότε, ήταν πρόεδρος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών.